πλουμπάγγο


πλουμπάγγο
Ημιαναρριχώμενος θάμνος της οικογένειας των πλουμβαγινιδών (δικοτυλήδονα), ιθαγενές του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Λέγεται και μολύβδαινα. Έχει φύλλα γλαυκόχροα, ωοειδή ή αντωοειδή, με μικρό μίσχο και άνθη κυανίζοντα ή μολυβιά, με στεφάνη σωληνοειδή και έλασμα πεντάλοβο· είναι διατεταγμένα κατά επάκριους σκιαδόμορφους βότρεις. Ο καρπός είναι κάψα ροπαλοειδής, γωνιώδης, με στενή βάση. Η ανθοφορία του είναι πλούσια, σχεδόν όλο το χρόνο, αλλά κυρίως από την άνοιξη έως το χειμώνα. Φυτεύεται στους κήπους, αλλά και στις γλάστρες, για διακοσμητικούς σκοπούς. Ευδοκιμεί στα γόνιμα, στραγγερά εδάφη και στα θερμά κλίματα, ενώ στα ψυχρά καταστρέφεται το υπέργειο τμήμα του και αναβλαστάνει την άνοιξη από τη ρίζα. Υπάρχει και ποικιλία με λευκά άνθη, που πολλαπλασιάζεται με σπόρο και με τις άφθονες παραφυάδες του. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει το π. το ευρωπαϊκό, που είναι πολυετής πόα γνωστή ως λεπιδόχορτο. Το πλουμπάγγο (πλουμβάγο του Ακρωτηρίου), θάμνος ευαίσθητος στο κρύο. Έχει πλούσια ανθοφορία κυρίως από την άνοιξη ως το χειμώνα.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.